Νέα πλατφόρμα για τις κρατικές οφειλές: «Συνέπεια» για τους κακοπληρωτές του Δημοσίου
Μια νέα προσπάθεια να περιοριστούν οι καθυστερήσεις στις πληρωμές του Δημοσίου προς ιδιώτες και επιχειρήσεις σχεδιάζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με τη δημιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας «Συνέπεια». Στόχος είναι να αποκτήσει για πρώτη φορά το κράτος μια αναλυτική και διαρκώς ενημερωμένη εικόνα για το ποιοι δημόσιοι φορείς καθυστερούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους και ποια ποσά παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Το ζήτημα μόνο μικρό δεν είναι. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τον Ιούλιο του 2026 οι συνολικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου ανέρχονταν σε 3,275 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό που εξακολουθεί να επιβαρύνει επιχειρήσεις, επαγγελματίες και προμηθευτές, οι οποίοι μπορεί να έχουν ολοκληρώσει μια εργασία ή να έχουν παραδώσει προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την εξόφλησή τους.
Η νέα πλατφόρμα αναμένεται να λειτουργήσει έως το τέλος του 2026 και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούνται οι οφειλές των δημόσιων φορέων. Αντί για γενικά στοιχεία σχετικά με το ύψος των κρατικών χρεών, θα υπάρχει δυνατότητα να αποτυπώνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιος φορέας χρωστά, σε ποιον, πόσα χρήματα και για πόσο χρονικό διάστημα.
Στο σύστημα θα καταγράφονται τα τιμολόγια που εισέρχονται στους δημόσιους οργανισμούς, ενώ θα γίνεται διαχωρισμός μεταξύ εκείνων που έχουν εξοφληθεί και όσων παραμένουν απλήρωτα. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να εντοπίζεται όχι μόνο το συνολικό ύψος των υποχρεώσεων, αλλά και οι φορείς που εμφανίζουν συστηματικά καθυστερήσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις που συνεργάζονται με το Δημόσιο. Η καθυστέρηση μιας πληρωμής δεν αποτελεί απλώς ένα λογιστικό ζήτημα. Για μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση, ένα μεγάλο ανεξόφλητο τιμολόγιο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ρευστότητας, να δυσκολέψει την κάλυψη μισθών και λειτουργικών εξόδων και τελικά να μεταφέρει το πρόβλημα από το Δημόσιο στην πραγματική οικονομία.
Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν πάντως ότι οι συνολικές οφειλές παρουσιάζουν μείωση. Από τα 3,393 δισ. ευρώ του Ιουνίου υποχώρησαν κατά 118 εκατ. ευρώ, φτάνοντας στα 3,275 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα 2,646 δισ. ευρώ αφορούν καθαρές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, ενώ άλλα 629 εκατ. ευρώ αφορούν εκκρεμείς επιστροφές φόρων.
Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών εξακολουθούν να συγκεντρώνουν τα δημόσια νοσοκομεία. Οι υποχρεώσεις τους προς προμηθευτές ανέρχονταν τον Ιούλιο σε 1,235 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά περίπου 70 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, όταν είχαν διαμορφωθεί στα 1,305 δισ. ευρώ.
Ακολουθούν τα ασφαλιστικά ταμεία, με οφειλές ύψους 681 εκατ. ευρώ, έναντι 715 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο. Σημαντικό είναι και το ποσό που αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Δήμοι και Περιφέρειες εμφανίζουν συνολικές υποχρεώσεις 326 εκατ. ευρώ, έναντι 333 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.
Στα 237 εκατ. ευρώ ανέρχονται οι υποχρεώσεις των νομικών προσώπων, από 243 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο.
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι επιστροφές φόρων που παραμένουν σε εκκρεμότητα. Από τα 629 εκατ. ευρώ, περίπου 181 εκατ. αφορούν άμεσους φόρους, 320 εκατ. έμμεσους φόρους, 121 εκατ. μη φορολογικά έσοδα και περίπου 6 εκατ. άλλες φορολογικές υποχρεώσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάρκεια της αναμονής. Περίπου 375 εκατ. ευρώ από τις εκκρεμείς επιστροφές αφορούν υποθέσεις που βρίσκονται σε αναμονή για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ 254 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές που ξεπερνούν τις 90 ημέρες. Σε σημαντικό μέρος των τελευταίων περιπτώσεων, η καθυστέρηση συνδέεται με ελλείψεις δικαιολογητικών ή αδυναμία επικοινωνίας με τους δικαιούχους.
Παράλληλα, η υποχρεωτική εφαρμογή του συστήματος καταγραφής των κρατικών τιμολογίων έχει ήδη δημιουργήσει έναν σημαντικό όγκο δεδομένων. Από την αρχή του έτους έως και τον Αύγουστο του 2026 είχαν καταχωριστεί περίπου 265.000 τιμολόγια, συνολικής αξίας 22,6 δισ. ευρώ.
Αυτό το μεγάλο αρχείο δεδομένων αποτελεί ουσιαστικά τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η «Συνέπεια». Το ζητούμενο πλέον είναι τα στοιχεία να μην παραμείνουν απλώς σε επίπεδο στατιστικής καταγραφής, αλλά να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό των προβλημάτων.
Εφόσον ένας δημόσιος φορέας εμφανίζει επανειλημμένα μεγάλες καθυστερήσεις, θα μπορεί να εντοπίζεται και να αξιολογείται. Δεν αποκλείεται μάλιστα οι φορείς που συστηματικά δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους να βρεθούν αντιμέτωποι με ένα είδος «μαύρης λίστας», ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη πίεση για την έγκαιρη εξόφληση των οφειλών.
Για την αγορά, το ζητούμενο είναι απλό: το Δημόσιο να πληρώνει στην ώρα του. Γιατί όταν μια επιχείρηση περιμένει μήνες για να εισπράξει χρήματα που της οφείλονται, η καθυστέρηση δεν παραμένει στα χαρτιά. Μετατρέπεται σε πρόβλημα ρευστότητας, λειτουργίας και τελικά επιβίωσης.
Η «Συνέπεια» φιλοδοξεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη διαφάνεια και να καταστήσει ορατό το σημείο στο οποίο δημιουργείται κάθε καθυστέρηση. Το αν θα καταφέρει να περιορίσει ουσιαστικά τα κρατικά χρέη θα φανεί στην πράξη. Το πρώτο βήμα, πάντως, είναι να γίνει σαφές όχι μόνο πόσα χρωστά το Δημόσιο, αλλά και ποιοι ακριβώς καθυστερούν να πληρώσουν.




