Η φοιτητική στέγη έγινε δεύτερο «μηχανογραφικό»
Μετά την αγωνία των Πανελλαδικών και την ανακοίνωση των βάσεων, για πολλές οικογένειες αρχίζει ένας δεύτερος, εξίσου δύσκολος αγώνας: η αναζήτηση φοιτητικής στέγης. Και αυτή τη φορά το ζητούμενο δεν είναι σε ποια σχολή θα περάσει το παιδί, αλλά αν η οικογένεια θα μπορέσει να αντέξει οικονομικά το κόστος των σπουδών του.
Τα ενοίκια των μικρών διαμερισμάτων έχουν ανέβει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, την ώρα που τα διαθέσιμα ακίνητα λιγοστεύουν. Ενδεικτικά, ένα μικρό φοιτητικό σπίτι μπορεί να κοστίζει περίπου 550 ευρώ στην Αθήνα, 500 ευρώ στη Θεσσαλονίκη, 450 ευρώ στο Ηράκλειο και περίπου 400 ευρώ σε Πάτρα και Βόλο. Και σε αυτά τα ποσά δεν περιλαμβάνονται το ρεύμα, η θέρμανση, τα κοινόχρηστα, το διαδίκτυο και τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα ενός φοιτητή.
Για μια οικογένεια με ένα παιδί που σπουδάζει σε άλλη πόλη, το ποσό γίνεται ιδιαίτερα βαρύ. Για δύο παιδιά που βρίσκονται ταυτόχρονα σε διαφορετικές πόλεις, η κατάσταση μπορεί να γίνει πραγματικά δυσβάσταχτη. Ένα ενοίκιο των 400 ή 500 ευρώ δεν είναι πλέον μια απλή μηνιαία υποχρέωση. Είναι ένα σημαντικό μέρος ενός μισθού ή μιας σύνταξης, στο οποίο προστίθενται όλα τα έξοδα διαβίωσης.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: Πώς μπορεί μια μέση οικογένεια να τα βγάλει πέρα;
Η συγκατοίκηση αποτελεί πλέον για αρκετούς φοιτητές μια αναγκαστική επιλογή και όχι απλώς έναν τρόπο να κάνουν οικονομία. Η αναζήτηση κατοικίας σε περιοχές λίγο μακρύτερα από το κέντρο, αλλά με καλή πρόσβαση στα μέσα μεταφοράς, μπορεί επίσης να μειώσει το κόστος. Παράλληλα, οι οικογένειες καλούνται να υπολογίζουν όχι μόνο το ενοίκιο, αλλά το συνολικό κόστος του σπιτιού, από τα κοινόχρηστα και τη θέρμανση μέχρι την ενεργειακή του απόδοση.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και κοινωνικό. Οι φοιτητικές εστίες παραμένουν περιορισμένες, με περίπου 9.200 λειτουργικές κλίνες για περίπου 200.000 φοιτητές που σπουδάζουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Στη Δυτική Μακεδονία, μάλιστα, καταγράφονται ελλείψεις ή ανεπάρκεια θέσεων σε πόλεις όπως η Καστοριά, η Πτολεμαΐδα, η Κοζάνη και η Φλώρινα.
Η φοιτητική στέγη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή υπόθεση προσφοράς και ζήτησης. Πίσω από κάθε αγγελία ενός μικρού διαμερίσματος βρίσκεται μια οικογένεια που προσπαθεί να εξασφαλίσει στο παιδί της τη δυνατότητα να σπουδάσει. Γονείς που κάνουν υπολογισμούς, περιορίζουν άλλες ανάγκες και αναζητούν τρόπους για να καλύψουν ένα ακόμη μεγάλο μηνιαίο έξοδο.
Η επιδότηση φοιτητικής στέγης και η δυνατότητα συγκατοίκησης μπορούν να προσφέρουν μια ανάσα, όμως δεν αρκούν από μόνες τους. Όταν ένα μικρό σπίτι κοστίζει όσο ένα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος μιας οικογένειας, τότε η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση αρχίζει να εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, και από το πορτοφόλι των γονιών.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό κομμάτι της υπόθεσης. Γιατί το παιδί μπορεί να κερδίσει μια θέση στο πανεπιστήμιο με την προσπάθεια και τις επιδόσεις του. Η οικογένεια, όμως, καλείται στη συνέχεια να δώσει έναν δεύτερο αγώνα, αυτή τη φορά απέναντι στο κόστος της ζωής.
Η φοιτητική στέγη χρειάζεται περισσότερες προσιτές κατοικίες, περισσότερες και καλύτερες εστίες και ουσιαστική στήριξη των οικογενειών. Γιατί η οικονομική κατάσταση μιας οικογένειας δεν θα έπρεπε να καθορίζει το αν ένα παιδί θα μπορέσει τελικά να σπουδάσει στην πόλη όπου πέρασε.
Μαριάνθη Μίχου





