Η τρίτη ηλικία στην Ελλάδα: «Παλεύουν» οι Έλληνες συνταξιούχοι – Ποιες είναι οι μεγάλες διαφορές ανά ταμείο και επάγγελμα
Στην Ελλάδα, η σύνταξη παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομικής ασφάλειας για τους πολίτες της τρίτης ηλικίας. Οι συνταξιούχοι αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας, με τους περισσότερους να έχουν εργαστεί δεκαετίες στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα και να βασίζονται πλέον σε μια σταθερή μηνιαία εισροή για την επιβίωσή τους. Παρά τις προσπάθειες μεταρρυθμίσεων και περικοπών που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, η οικονομική πραγματικότητα παραμένει απαιτητική, ενώ ο τρόπος ζωής τους επηρεάζεται σημαντικά από το ύψος της σύνταξης.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η μέση κύρια σύνταξη στην Ελλάδα για το 2025 κυμαίνεται γύρω στα 950 ευρώ μηνιαίως, με σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με το ταμείο και τα χρόνια εργασίας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και όσοι έχουν καταφέρει να ενταχθούν σε ταμεία με υψηλότερες εισφορές, λαμβάνουν συντάξεις που μπορούν να φτάσουν και τα 1.300–1.400 ευρώ, ενώ οι περισσότεροι ιδιωτικοί υπάλληλοι και αυτοαπασχολούμενοι βρίσκονται συχνά κάτω από τα 800 ευρώ. Σημαντικό μέρος των συνταξιούχων λαμβάνει και μικρότερα επιδόματα, όπως το ΕΚΑΣ ή το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, τα οποία ενισχύουν το εισόδημα αλλά δεν καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες.
Το οικονομικό σκέλος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ζωής των συνταξιούχων. Οι περισσότεροι ζουν με περιορισμένο προϋπολογισμό, προσαρμόζοντας τις δαπάνες τους σε βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, φάρμακα, και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Τα ταξίδια, οι εξόδους και οι αγορές πέραν των αναγκαίων συχνά παραμένουν πολυτέλεια για το μεγαλύτερο μέρος των ηλικιωμένων. Ωστόσο, η κοινωνική ζωή δεν περιορίζεται απαραίτητα από την οικονομία. Πολλοί συνταξιούχοι συμμετέχουν σε πολιτιστικά κέντρα, εθελοντικές ομάδες ή αθλητικές δραστηριότητες για ηλικιωμένους, που τους επιτρέπουν να διατηρούν επαφή με την κοινότητα και να προστατεύουν την ψυχική τους υγεία.
Η καθημερινότητα των συνταξιούχων διαφέρει επίσης ανάλογα με την περιοχή διαμονής. Στις μεγάλες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, οι ανάγκες για μετακινήσεις και υπηρεσίες αυξάνουν τις δαπάνες, ενώ στην περιφέρεια οι συνταξιούχοι συχνά στηρίζονται σε πιο αυτοσχέδιες λύσεις και σε μεγαλύτερη οικογενειακή αλληλεγγύη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ηλικιωμένοι συνδράμουν οικονομικά και τα μέλη της οικογένειας, δημιουργώντας ένα δίκτυο υποστήριξης που ξεπερνάει την καθαρά κρατική μέριμνα.
Η ψυχολογική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η μετάβαση από την ενεργό εργασία στη σύνταξη απαιτεί προσαρμογή και αντιμετώπιση νέων προκλήσεων, όπως η αίσθηση απομόνωσης ή η μείωση της αυτονομίας. Ωστόσο, πολλοί συνταξιούχοι βλέπουν τη συνταξιοδότηση ως ευκαιρία για ενασχόληση με χόμπι, εκπαίδευση και ταξίδια, προσπαθώντας να διατηρήσουν ένα ενεργό και δημιουργικό τρόπο ζωής. Η τεχνολογία έχει επίσης διευκολύνει τη σύνδεση με φίλους και συγγενείς, ειδικά μέσω κοινωνικών δικτύων και εφαρμογών επικοινωνίας.
Συνολικά, οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν μια ισορροπία ανάμεσα στις οικονομικές προκλήσεις και την ανάγκη για ενεργή και ποιοτική ζωή. Παρά τις περιορισμένες συντάξεις, πολλοί καταφέρνουν να διατηρήσουν μια καθημερινότητα που συνδυάζει οικονομική διαχείριση, κοινωνική συμμετοχή και προσωπική φροντίδα. Η κοινωνία και το κράτος καλούνται να συνεχίσουν να παρέχουν στήριξη, όχι μόνο οικονομική, αλλά και σε επίπεδο υγείας και κοινωνικών υποδομών, ώστε η τρίτη ηλικία να μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια και ποιότητα.
Η ζωή των συνταξιούχων στην Ελλάδα είναι μια καθημερινή εξίσωση: περιορισμοί εισοδήματος, ανάγκες για κοινωνική επαφή και προσωπική αυτονομία συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα μοναδικό μωσαϊκό εμπειριών, δυσκολιών και μικρών χαρών που χαρακτηρίζει την τρίτη ηλικία στη χώρα μας.





