Τα στοιχεία προκύπτουν από τη σελίδα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών e-auction και αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης που δέχονται οι μικρές οικογενειακές τουριστικές επιχειρήσεις. Οι περισσότερες εξ αυτών βρίσκονται σε χειμερινούς προορισμούς, μεταξύ αυτών Έδεσσα, Καστοριά, Γρεβενά, Φλώρινα, Νευροκόπι Δράμας, αλλά και στη Χαλκιδική. Όσο δε για τις τιμές εκκίνησης αυτές κυμαίνονται από 20.000 ευρώ έως 4,87 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τη δυναμικότητά τους και τις απαιτήσεις του επισπεύδοντα της διαδικασίας.

Η πλειονότητα όσων, ήδη, βγήκαν σε πλειστηριασμό ματαιώθηκαν ελλείψει πλειοδοτών, κάποιες ανεστάλησαν και το επόμενο διάστημα ξαναβγαίνουν το σφυρί με χαρακτηριστική περίπτωση ξενοδοχειακής μονάδας, στην Καστοριά που μέσα σε διάστημα 5 μηνών  βγαίνει εκ νέου στο σφυρί αντί του ποσού των 4,87 εκατ. ευρώ.

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι μονάδες στη Βόρεια Ελλάδα για τις οποίες κατά το εξεταζόμενο διάστημα υπήρξε κατακύρωση, γεγονός που αποδεικνύει την αδυναμία να αλλάξουν εύκολα σελίδα και να εξελιχθούν σε βιώσιμες επιχειρήσεις.

Η εικόνα της τριετίας

Έναν χρόνο νωρίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, στο σφυρί βγήκαν 89 τουριστικές μονάδες (52 στην Κεντρική Μακεδονία,  28 στη Δυτική Μακεδονία και 9 στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη).

Το 2024  σε πλειστηριασμό οδηγήθηκαν 75 τουριστικές μονάδες, με τις 44 εξ αυτών να βρίσκονται στην Κεντρική Μακεδονία, 20 στη Δυτική Μακεδονία, και 11 στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

Η εικόνα της τριετίας αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος που δεν φαίνεται να περιορίζεται, αντίθετα κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα, δημιουργώντας ανησυχία για το επόμενο διάστημα.

Γιατί οδηγούνται στο σφυρί οι μικρές μονάδες

Η εικόνα της αγοράς δείχνει ότι η αυξημένη ζήτηση για τουρισμό δεν αρκεί για να στηρίξει από μόνη της τις μικρές τουριστικές επιχειρήσεις. Όπως λένε καλά γνωρίζοντες την αγορά οι μικρές και μικρομεσαίες οικογενειακές μονάδες οδηγούνται συχνά σε πλειστηριασμούς λόγω της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης τουριστικής αγοράς και των συσσωρευμένων οικονομικών βαρών.

Πιο συγκεκριμένα στους βασικότερους λόγους συγκαταλέγονται οι υψηλές δανειακές υποχρεώσεις, κάποιες κουβαλούν «κόκκινα» δάνεια από το παρελθόν, η λειτουργία τους, συχνά, γίνεται με ξεπερασμένες μεθόδους διοίκησης – χωρίς να διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό ή σύγχρονη στρατηγική διαχείρισης – η αδυναμία ψηφιακού μάρκετινγκ, καθώς στερούνται πόρων για δυναμική ψηφιακή προβολή, αλλά και η δυσκολία να χρηματοδοτήσουν τα απαιτούμενα έργα εκσυγχρονισμού (π.χ. ενεργειακή αναβάθμιση, ανακαίνιση δωματίων) που ζητά πλέον ο σύγχρονος ταξιδιώτης.

Παράλληλα στην περιφέρεια, η περιορισμένη τουριστική περίοδος αφήνει τις μονάδες κλειστές για πολλούς μήνες, δυσκολεύοντας τη ρευστότητα όλο τον χρόνο.

Αυτό που επισημάνουν οι άνθρωποι του τουρισμού είναι ότι απαιτούνται στοχευμένα εργαλεία για τον εκσυγχρονισμό των εν λόγω επιχειρήσεων, αλλά και για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου στη Βόρεια Ελλάδα, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από λίγους μήνες το χρόνο.