Σπαράγματα σε διαδικασία αποκαθήλωσης… * του Βαγγέλη Νικόπουλου
Ιστορικό πλαίσιο:
Στη φωτογραφία που η πατρότητά της ανήκει στον σημαντικό φωτογράφο από το Περιβόλι Γρεβενών Κωνσταντίνο Μάρκου, απεικονίζεται το κέντρο της πόλης προς τα νότια και ανατολικά το 1916, τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση, Στην κεντρική θέση της εικόνας παρατηρούμε το Σαράι (κατοικία του Οθωμανού τοπάρχη) Βελή Αγά που εγκαταστάθηκε το 1790, ήταν συγγενής του Αλή Πασά και ο γιος του Μεχμέτ Αγάς αντιπροσώπευε τον Αλή στην Υποδιοίκηση Γρεβενών.
Στη φωτογραφία του Μάρκου, αποτυπώνεται ο ακανόνιστος αστικός ιστός, η οργάνωση της πόλης σε μαχαλάδες (γειτονιές) και η προεξέχουσα μορφή του κατεξοχήν οθωμανικού αρχιτεκτονικού συμβόλου, του κεντρικού μιναρέ, ενόσω στο Σαράι διακρίνονται στη στέγη του σημάδια εγκατάλειψης, λόγω της αποχώρησης των ιδιοκτητών κατά τη περίοδο της απελευθέρωσης (1912) και της πώλησης του εντυπωσιακού κτιρίου στα αδέλφια Αλέξη και Ανδρέα Παπαλεξίου, που αφού κατεδαφίστηκε, στη συνέχεια η έκταση του διανεμήθηκε σε οικόπεδα τα οποία πουλήθηκαν με σκοπό την ανέγερση οικιών.
.Με αφορμή την απομάκρυνση της φωτογραφικής αποτύπωσης του 1916 από την αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου επιθυμώ να εκφράσω την έντονη διαφωνία και τη βαθιά μου ανησυχία, η οποία για τους πολίτες δεν είναι απλώς μια αλλαγή στη διακόσμηση αλλά αποτελεί απομάκρυνση ενός ιστορικού τεκμηρίου από έναν χώρο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις για το μέλλον του τόπου.
Θα πρέπει αρχικά να ειπωθεί ότι η φωτογραφία δεν τοποθετήθηκε στην αίθουσα για να διακοσμήσει τον τοίχο, ούτε για να υμνήσει το οθωμανικό καθεστώς. Τοποθετήθηκε ως ιστορικό πειστήριο. Η αποκαθήλωσή της δεν μειώνει τον πόνο όσων βασανίστηκαν, αντίθετα αφαιρεί την οπτική απόδειξη του ιστορικού πλαισίου και των δυσκολιών που ξεπέρασε αυτή η πόλη για να είναι σήμερα ελεύθερη, ενόσω η παρουσία της φωτογραφίας στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου δεν αποτελούσε προσβολή, αλλά την απόλυτη πράξη δικαίωσης, που θύμιζε στους δημοτικούς άρχοντες ότι εκεί που άλλοτε κυριαρχούσε ο δεσποτισμός, σήμερα ανθεί η ελευθερία, ο λόγος και η δημοκρατία.
Το επιχείρημα του δημάρχου, σύμφωνα με το οποίο η φωτογραφία έπρεπε να αποκαθηλωθεί επειδή απεικονίζει το οθωμανικό κτίριο, όπου βασανίστηκαν κάτοικοι της πόλης, κινείται σε μια λανθασμένη κατεύθυνση αναγνώρισης της ιστορικής μνήμης και φέρνει στο προσκήνιο μια κλασική σύγκρουση στη διαχείριση της δημόσιας μνήμης. Τη διάκριση ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή και την απόδοση τιμής όπου θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς τη θέση ότι ένα κτίριο-σύμβολο βασανιστηρίων και καταπίεσης δεν πρέπει να «κοσμεί» το ανώτατο θεσμικό όργανο της πόλης, και βασίζεται στην αρχή ότι ο δημόσιος χώρος πρέπει να εμπνέει και να τιμά τη δημοκρατία, όχι τα δεινά του παρελθόντος.
Από την άλλη πλευρά, η αντίθετη και εξίσου ισχυρή άποψη υποστηρίζει ότι η απομάκρυνση της φωτογραφίας αποτελεί ωραιοποίηση ή αποσιώπηση της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς η ιστορία μιας πόλης περιλαμβάνει τόσο τις ένδοξες όσο και τις σκοτεινές ή επώδυνες σελίδες της καθώς και ότι τα φωτογραφικά τεκμήρια δεν αποτελούν έπαινο ή μνημείο των όσων απεικονίζουν, αλλά μια αντικειμενική αποτύπωση της ιστορικής πραγματικότητας.
Η απομάκρυνση της εικόνας ενός κτιρίου συνδεδεμένου με οδύνη δεν σβήνει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε αυτό. Αντίθετα, στερεί από τους πολίτες και τις επόμενες γενιές τη δυνατότητα να αντικρίσουν κατάματα το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έζησαν και αγωνίστηκαν οι πρόγονοί μας, οδηγώντας τελικά στην αποσιώπηση της ίδιας της μνήμης των θυμάτων. Σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, οι θεσμικοί αρχιτεκτονικοί φορείς τάσσονται σταθερά υπέρ της ανάδειξης και της ιστορικής πλαισίωσης τέτοιων χώρων μαρτυρίου, και όχι υπέρ της εξαφάνισής τους.
Από αυτή την οπτική γωνία, η φωτογραφία του 1916 δείχνει την πόλη των Γρεβενών όπως ακριβώς ήταν τότε, με την αρχιτεκτονική της μορφή, τα κτίσματά της και το πολεοδομικό της παρελθόν. Αποτυπώνει τη δομή της πόλης των Γρεβενών σε μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο (αμέσως μετά την απελευθέρωση). Το γεγονός ότι ένα κτίριο λειτούργησε ως φυλακή ή χώρος βασανιστηρίων δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως αρχιτεκτονικό στοιχείο που διαμόρφωσε την ιστορική εξέλιξη της πόλης. Η απομάκρυνση της εικόνας του θεωρείται επιστημονικά εσφαλμένη, καθώς στερεί από την κοινότητα την οπτική επαφή με την αυθεντική ιστορική της γεωγραφία.
Το επιχείρημα ότι η ιστορία πρέπει να παρουσιάζεται ως έχει, χωρίς ωραιοποιήσεις, αναδεικνύει την ανάγκη να μην φοβόμαστε το παρελθόν μας, αλλά να το αντικρίζουμε κατάματα μέσα από τα αυθεντικά του σπαράγματα. Η φωτογραφία έχει την ιδιότητα να καταγράφει όχι μόνο τους «μεγάλους» και τους επώνυμους της ιστορίας, αλλά και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων. Οι αγορές, τα επαγγέλματα που χάθηκαν, οι γιορτές, οι προσφυγικοί καταυλισμοί, οι στιγμές οδύνης αλλά και οι στιγμές ελευθερίας αποτυπώνονται στον φακό.
Η ιστορική φωτογραφία λειτουργεί ως ο απόλυτος «διασώστης» της χαμένης αρχιτεκτονικής, καθώς αποτελεί το μοναδικό οπτικό τεκμήριο για εμβληματικά κτήρια, μνημεία και ολόκληρους πολεοδομικούς ιστούς που ισοπεδώθηκαν από την αστική ανοικοδόμηση, τις πυρκαγιές, τους πολέμους ή τις κατεδαφίσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, δίνει φωνή και υπόσταση σε αυτούς που η επίσημη ιστοριογραφία συχνά προσπερνά.
Όταν οι κάτοικοι μιας πόλης αντικρίζουν το παρελθόν του τόπου τους, ενισχύεται η τοπική τους ταυτότητα και η αίσθηση του «ανήκειν». Τους βοηθά να καταλάβουν ποιοι είναι, δείχνοντάς τους από πού προέρχονται και μέσα από ποιες δυσκολίες ή θριάμβους επιβίωσαν οι πρόγονοί τους. Τα φωτογραφικά σπαράγματα είναι οι ψηφίδες της ιστορίας μας. Μια ιστορική φωτογραφία δεν είναι απλώς χαρτί ή ψηφιακά pixel είναι φορέας άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και όπως τόνισε η Susan Sontag οι φωτογραφίες αποτελούν ¨κομμάτια της ιστορίας¨.
Όταν προστατεύουμε και εκθέτουμε τις ιστορικές φωτογραφίες, ακόμη και αυτές που απεικονίζουν δύσκολες ή σκοτεινές περιόδους, δείχνουμε σεβασμό στην αλήθεια. Η αποκαθήλωσή τους ισοδυναμεί με το να σκίζουμε σελίδες από το βιβλίο της ιστορίας μας, αφήνοντας τις επόμενες γενιές στο σκοτάδι. Η θέση αυτή αποτελεί τον πυρήνα μιας πολύ ισχυρής σχολής σκέψης στη μουσειολογία και την ιστοριογραφία: τα φωτογραφικά τεκμήρια δεν αποτελούν έπαινο ή μνημείο των όσων απεικονίζουν, αλλά μια αντικειμενική αποτύπωση της ιστορικής πραγματικότητας.
Δήμαρχε όπως θα γνωρίζετε καλύτερα από μένα, οι πόλεις μεταβάλλονται συνεχώς. Κτίρια κατεδαφίζονται, δρόμοι αλλάζουν μορφή και ο αστικός ιστός αναδιαμορφώνεται. Οι ιστορικές φωτογραφίες αποτελούν το μοναδικό μέσο για να δούμε πώς ήταν μια πόλη (όπως τα Γρεβενά του 1916). Μέσα από αυτές, οι συνάδελφοί σας αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι μπορούν να μελετήσουν τη μορφολογική συνέχεια ενός τόπου, να κατανοήσουν τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επηρέασαν τη δόμησή του και να διασώσουν την πολιτιστική κληρονομιά. Οι αρχιτεκτονικοί φορείς, τάσσονται σταθερά κατά της λογικής του «σβήνω ό,τι με πληγώνει ή ό,τι με ενοχλεί», προσεγγίζουν την πόλη και τα τεκμήριά της μέσα από ένα αυστηρό επιστημονικό πρίσμα προστασίας της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Όπως αντιλαμβάνεστε η αναφερόμενη πανοραμική φωτογραφία που λήφθηκε από έναν μεροκαματιάρη του φακού, θα πρέπει για έναν αρχιτέκτονα σαν και εσάς να αποτελεί πολύτιμο πολεοδομικό και μορφολογικό ντοκουμέντο. Μη ξεχνάτε ότι η διεθνής κοινότητα, όπως εκφράζεται μέσα από τη Χάρτα της Βενετίας (1964) για τη διατήρηση και την αποκατάσταση των μνημείων, ορίζει ρητά ότι η έννοια του ιστορικού τεκμηρίου περιλαμβάνει το αστικό ή επαρχιακό περιβάλλον που μαρτυρεί έναν συγκεκριμένο πολιτισμό ή μια ιστορική εξέλιξη, απαιτώντας τον σεβασμό σε όλα τα ιστορικά στρώματα μιας τοποθεσίας.
Σας επισημαίνω ότι στην Ελλάδα, η διαχείριση αντίστοιχων χώρων μαρτυρίου, όπως το Γεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη που μετατράπηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια από τις πιο σκληρές φυλακές της χώρας, όπου βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν εκατοντάδες άνθρωποι, ο Μεντρεσές στη Πλάκα των Αθηνών που μετατράπηκε από ισλαμικό ιεροσπουδαστήριο σε φυλακές εκτελέσεων ή τα κρατητήρια της Γκεστάπο στην οδό Κοραή στην Αθήνα όπου βασανίστηκαν πατριώτες κατά τη περίοδο της κατοχής όπου έχουν διασωθεί (μηνύματα, ονόματα και χαράγματα ) κινείται σταθερά προς την ανάδειξη και την ιστορική πλαισίωση, και όχι προς την εξαφάνισή τους. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου τα ίδια τα κτίρια κατεδαφίστηκαν στο παρελθόν, η φωτογραφική και ιστορική τους μνήμη διασώζεται ως μάθημα για το μέλλον.
Αν η πόλη των Γρεβενών είχε καταφέρει να διασώσει τα οθωμανικά της κτίρια, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ιστορικά της στρώματα, η σημερινή της εικόνα θα ήταν εντελώς διαφορετική. Σήμερα, τα Γρεβενά έχουν ταυτιστεί κυρίως με τον εκπληκτικό ορεινό τους όγκο, τα δάση, τα πέτρινα γεφύρια των χωριών τους και τον τίτλο της «πόλης των μανιταριών». Αν όμως διασώζονταν τα οθωμανικά κτίρια (όπως διοικητήρια, λουτρά, τζαμιά καθώς και οι Στρατώνες στη περιοχή ΄΄Κισλά΄΄ η πόλη θα αποκτούσε βάθος ιστορικής συνέχειας.
Αντί για μια πόλη που αναγεννήθηκε μέσα από αλλεπάλληλες καταστροφές και τον ισοπεδωτικό σεισμό του 1995, τα Γρεβενά θα αποτελούσαν ένα ζωντανό «ανοιχτό μουσείο». Η αρχιτεκτονική θα μαρτυρούσε τη μακρά πορεία της ως εμπορικού και συγκοινωνιακού κόμβου κατά την Τουρκοκρατία. Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες θα είχαν άμεση οπτική αναφορά στο πώς η πόλη πέρασε από την οθωμανική περίοδο στην ελληνική νεωτερικότητα, δημιουργώντας μια ισχυρή αίσθηση τοπικής ταυτότητας που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με το παρελθόν της.
Συνάμα η πόλη θα προσέλκυε ερευνητές, φοιτητές αρχιτεκτονικής, ξένους και Έλληνες τουρίστες που ενδιαφέρονται για την ιστορία των Βαλκανίων, Τα παλιά κτίρια δεν θα έμεναν άδεια. Θα μπορούσαν να στεγάσουν πολιτιστικά κέντρα, δημοτικές πινακοθήκες, μουσεία ή ακόμα και παραδοσιακούς ξενώνες και χώρους εστίασης, τονώνοντας την τοπική αγορά.
Όταν ο δήμαρχος αποκαθηλώνει αυτή την εικόνα, δεν αφαιρεί απλώς ένα κάδρο, αλλά επιχειρεί να σβήσει ένα φυσικό «αποτύπωμα» της ίδιας της ιστορίας των Γρεβενών, κάτι που σύμφωνα με τη θεωρία της φωτογραφίας αποτελεί πλήγμα ενάντια στην ιστορική αλήθεια.
Εν κατακλείδι:
Αυτή η φωτογραφία διασώζει μια πόλη που δεν υπάρχει πια. Ιστορικοί ερευνητές και πανεπιστημιακοί θα τόνιζαν ότι τα Γρεβενά είναι μια πόλη που χτυπήθηκε αλλεπάλληλα από την ιστορία, τους πολέμους και τον καταστροφικό σεισμό του 1995. Σήμερα, σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει την παλιά πόλη των αρχών του 20ού αιώνα. Όταν δεν υπάρχει το ίδιο το κτήριο, η φωτογραφία παίρνει τη θέση του μνημείου». Με την αποκαθήλωση της φωτογραφίας του 1916 είναι σαν να κατεδαφίζεις για δεύτερη φορά το ίδιο το κτήριο, σβήνοντας την τελευταία οπτική μαρτυρία της ιστορικής αρχιτεκτονικής της πόλης.
Όπως αντιλαμβάνεστε δεν αποκαθηλώσατε ένα οθωμανικό σύμβολο. Αποκαθηλώσατε την εικόνα των Γρεβενών τη στιγμή ακριβώς που γεννιούνταν ως ελεύθερη ελληνική πόλη. «Η παρουσία της στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν η απόλυτη πράξη δικαίωσης» Το γεγονός ότι η εικόνα βρισκόταν στην αίθουσα όπου συνεδριάζει το ανώτατο δημοκρατικό όργανο της πόλης δεν ήταν προσβολή, ήταν ο απόλυτος θρίαμβος της ιστορίας…
Βαγγέλης Νικόπουλος






