Στο σχολείο με μια διάγνωση στην τσάντα: Δυσλεξία, ΔΕΠΥ και η νέα πραγματικότητα της τάξης
Κάποτε ο μαθητής έμπαινε στην τάξη με βιβλία, τετράδια και κασετίνα· σήμερα όλο και συχνότερα μαζί του φτάνει και ένας φάκελος με γνωματεύσεις – Τι έχει πραγματικά αλλάξει και τι καλείται να κάνει το σχολείο.
Αν κάποιος παρακολουθούσε μια σχολική τάξη πριν από τριάντα χρόνια και την ίδια τάξη σήμερα, θα παρατηρούσε μια αλλαγή που δεν φαίνεται στα θρανία, στους πίνακες ή στα βιβλία: πολλά περισσότερα παιδιά φτάνουν πλέον στο σχολείο έχοντας μαζί τους μια διάγνωση, μια γνωμάτευση ή μια επίσημα καταγεγραμμένη εκπαιδευτική ανάγκη.
Για πολλούς εκπαιδευτικούς αυτή είναι πλέον μια από τις πιο χαρακτηριστικές αλλαγές της σύγχρονης τάξης. Δεν είναι ασυνήθιστο, πριν ακόμη γνωρίσουν καλά τους μαθητές τους, να χρειάζεται να γνωρίζουν ποιος δυσκολεύεται στην ανάγνωση, ποιος δεν μπορεί να διατηρήσει εύκολα την προσοχή του, ποιος χρειάζεται περισσότερο χρόνο και ποιος έχει ήδη περάσει από αξιολόγηση ειδικών.
Δυσλεξία, ΔΕΠΥ, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, δυσγραφία, δυσκολίες στην ανάγνωση ή στη συγκέντρωση έχουν περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο εκπαιδευτικών και γονέων. Η υπερβολική, αλλά αναγνωρίσιμη εικόνα ότι ορισμένες φορές «τα παιδιά φέρνουν στο σχολείο περισσότερες διαγνώσεις παρά κασετίνες» περιγράφει μια πραγματική αλλαγή: όχι απαραίτητα ότι οι μαθησιακές και αναπτυξιακές δυσκολίες πολλαπλασιάστηκαν ξαφνικά, αλλά ότι αναγνωρίζονται, αξιολογούνται και καταγράφονται πολύ συχνότερα.
Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση.
Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά η δυσλεξία
Η δυσλεξία δεν είναι φαινόμενο της σημερινής γενιάς. Παιδιά που δυσκολεύονταν να διαβάσουν, μπέρδευαν γράμματα, χρειάζονταν περισσότερο χρόνο ή έγραφαν με πολλά ορθογραφικά λάθη υπήρχαν πάντοτε. Για δεκαετίες, όμως, πολλά από αυτά χαρακτηρίζονταν απλώς «αδύναμα», «αδιάβαστα» ή ακόμη και «τεμπέλικα».
Σήμερα γνωρίζουμε περισσότερα. Διεθνής έρευνα υπολόγισε τη συχνότητα της αναπτυξιακής δυσλεξίας στα παιδιά του Δημοτικού περίπου στο 7,1%, ενώ η British Dyslexia Association χρησιμοποιεί ως γενική εκτίμηση περίπου το 10% του πληθυσμού.
| Δυσκολία / διαταραχή |
Τι δείχνουν ενδεικτικά τα ερευνητικά δεδομένα |
Τι μπορεί να σημαίνει στην τάξη |
| Αναπτυξιακή δυσλεξία | Περίπου 7,1% των παιδιών Δημοτικού σε διεθνή μετα-ανάλυση | Δυσκολίες στην ανάγνωση, την ευχέρεια και την ορθογραφία |
| ΔΕΠΥ | Περίπου 4%–6% σε αρκετές κλινικές μελέτες σχολικής ηλικίας | Δυσκολία συγκέντρωσης, οργάνωσης, αυτορρύθμισης ή/και υπερκινητικότητα |
| ΔΕΠΥ σε ελληνικό δείγμα | 6% σε μελέτη 603 μαθητών Δημοτικού στην Αθήνα | Ακαδημαϊκές ή/και κοινωνικές δυσκολίες, ανάλογα με την εικόνα του παιδιού |
| Σημαντική παρατήρηση | Τα ποσοστά αλλάζουν ανάλογα με τα κριτήρια και τη μέθοδο διάγνωσης | Η γνωμάτευση δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη παιδαγωγική παρατήρηση |
Περισσότερες διαγνώσεις ή καλύτερη αναγνώριση;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα.
Η αύξηση των γνωματεύσεων που βλέπουν οι εκπαιδευτικοί δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση των ίδιων των διαταραχών. Έχουν αλλάξει η ενημέρωση των οικογενειών, τα διαγνωστικά εργαλεία, η ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών και η δυνατότητα ενός παιδιού να φτάσει σε ειδικό, ενώ δυσκολίες που πριν από μερικές δεκαετίες περνούσαν απαρατήρητες σήμερα εντοπίζονται νωρίτερα.
Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και ο αντίθετος κίνδυνος: κάθε σχολική δυσκολία να αναζητά αμέσως μια ετικέτα.
Ένα παιδί που βαριέται δεν έχει κατ’ ανάγκη ΔΕΠΥ. Ένα παιδί που διαβάζει αργά δεν έχει αυτομάτως δυσλεξία. Η σχολική αποτυχία μπορεί να συνδέεται με πολλούς διαφορετικούς παράγοντες, από μαθησιακά κενά και συναισθηματική πίεση μέχρι οικογενειακές συνθήκες και ανεπαρκή διδασκαλία.
Γι’ αυτό και η διάγνωση χρειάζεται επιστημονική αξιολόγηση και όχι εύκολες ερμηνείες.
Το χαρτί δεν διδάσκει το παιδί
Το μεγάλο ζήτημα για το σχολείο αρχίζει ουσιαστικά μετά τη διάγνωση.
Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να έχει μπροστά του σε ένα τμήμα 25 ή 27 μαθητών δύο παιδιά με δυσλεξία, ένα με ΔΕΠΥ, μαθητές με άλλες μαθησιακές ανάγκες και αρκετούς ακόμη χωρίς επίσημη γνωμάτευση αλλά με πραγματικές δυσκολίες.
Εκεί η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ένας φάκελος στο συρτάρι του σχολείου.
Η διάγνωση έχει νόημα όταν οδηγεί σε διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας, περισσότερο χρόνο όπου απαιτείται, καθαρότερες οδηγίες, μικρότερα βήματα στη μάθηση, εναλλακτικούς τρόπους αξιολόγησης και κυρίως στην κατανόηση ότι το παιδί δεν ταυτίζεται με τη γνωμάτευσή του.
Γιατί πίσω από κάθε «ΔΕΠΥ», κάθε «δυσλεξία» και κάθε κωδικό μιας αξιολόγησης υπάρχει ένας μαθητής που θέλει να μη νιώθει συνεχώς ότι υστερεί.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που χρειάζεται το σημερινό σχολείο: όχι να μάθει απλώς να διαβάζει περισσότερες διαγνώσεις, αλλά να μάθει να διαβάζει καλύτερα τα ίδια τα παιδιά.
Μικρότερα τμήματα, περισσότερος χώρος για κάθε παιδί
Τα παιδιά με δυσλεξία, ΔΕΠΥ ή άλλες μαθησιακές δυσκολίες συχνά παλεύουν όχι μόνο με το μάθημα, αλλά και με την απογοήτευση, το άγχος, την αίσθηση ότι μένουν πίσω και τον φόβο μήπως εκτεθούν μπροστά στους συμμαθητές τους. Χρειάζονται χρόνο, κατανόηση και ένα σχολείο που δεν τα κάνει να αισθάνονται «λιγότερα».
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το μέγεθος των τμημάτων αποκτά καθοριστική σημασία. Όταν ένας εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί 25, 26 ή και 27 μαθητές, ανάμεσά τους παιδιά με δυσλεξία, ΔΕΠΥ ή άλλες μαθησιακές ανάγκες, ο χρόνος για ουσιαστική προσωπική επαφή περιορίζεται δραματικά. Τα μικρότερα τμήματα δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά βασική παιδαγωγική προϋπόθεση, ώστε ο εκπαιδευτικός να μπορεί να παρατηρεί, να ακούει, να διαφοροποιεί τη διδασκαλία του και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες κάθε παιδιού. Γιατί καμία γνωμάτευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σχέση, την προσοχή και τον χρόνο που χρειάζεται ένας μαθητής μέσα στην τάξη.
Του Χρήστου Κάτσικα
alfavita.gr




